φράχτης

Οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι. Βλέπουν έναν τοίχο απέναντι και δεν ξέρουν, δεν είναι σίγουροι, αν τον έφτιαξαν αυτοί οι ίδιοι ή σιγά-σιγά τον χτίσαν άλλοι, δουλεύοντας σιωπηλά τις νύχτες,  όσο αυτοί κοιμόντουσαν, αρρώσταιναν, δούλευαν, πίναν, ταξίδευαν, πέθαιναν, τρώγαν ή κάναν έρωτα. Σιωπηλά τις νύχτες. Για να μην ενοχλήσουν τους ανθρώπους που χτίζαν τον φράχτη.

Εκτός από μπερδεμένοι, είναι και φοβισμένοι. Βλέπουν έναν τοίχο απέναντι και δεν ξέρουν, δεν είναι σίγουροι, τι υπάρχει πέρα απ’ αυτόν. Αν δηλαδή τα δεινά τους θα τους συντροφεύουν στην από δω πλευρά ή τα χειρότερα κρύβονται από πίσω.

Στους απελπισμένους έχω πίστη. Σ’ εκείνους που οι υπερθετικοί του καλού και του κακού, τους είναι αδιάφοροι, ασήμαντοι, ανύπαρκτοι, κενοί νοήματος και ουσίας. Έχω πίστη σ’ εκείνους τους πεινασμένους που θα ψάξουν να βρουν λίγα ψιχουλάκια ελπίδας ακόμη κι αν χρειαστεί να γκρεμίσουν το φράχτη με τα νύχια τους, αφήνοντας κομμάτια από τη σάρκα τους, απ’ την ψυχή τους την ίδια πάνω του. Σαν strange fruits, που ‘λεγε και η Billie.

8 Comments

Filed under πτώχευση

mixtape

Αγαπημένε μου Γ,

τα πρωινά της Κυριακής το ‘χω χούι να σκαλίζω σελίδες με ζόρικες συνταγές. Άσκοπα. Δεν το ‘χω αμανάτι να φτιάξω κάτι, ούτε χρήματα περισσεύουν για να το αντιγράψω απ΄ την εικόνα του. Γιατί ξεφυλλίζεις; θα μου πεις. Πες το διαστροφή, πες το eye porn, πες το ζήλια γι αυτά τα ποιηματάκια που φτιάχνουν άλλοι. Εγώ ούτε ένα στιχάκι πλέον. Μερικές φορές ξεχνιέμαι ξεφυλλίζοντας κι ο καφές κρυώνει. Αυτό σημαίνει ότι μόνο όταν ψυχραίνει ο καιρός μπορεί να βγάλω μέσα απ’ τα ντουλάπια κατσαρόλες, ταψιά και τηγάνια και να τα γεμίσω με ο,τι βρω. Καλοκαίρι και άνοιξη δεν χρειάζομαι manual για να βάλω σε τάξη δυο φέτες ψωμί, μια πρασινάδα και λίγο κρέας ή τυρί ανάμεσά τους. Γι αυτά λεφτά υπάρχουν, ως εκεί.

Όσην ώρα ανοιγοκλείνω ντουλάπια, ράφια και ψυγείο για να ανακουφιστώ βλέποντας μέσα τους τα λιγοστά υλικά της αρχαίας ευζωίας μου, στον απέναντι τοίχο φυτρώνουν μουσικές. Τις βλέπω να μεγαλώνουν, να σκαρφαλώνουν ως το ταβάνι, τύφλα να ‘χει η Λίντα Μπλερ, κι από κει να παίρνουν φόρα και να χυμάνε μέσα μου, σιγά το δύσκολο δηλαδή, συνθηκολογημένος ήμουν ανέκαθεν έτσι κι αλλιώς. Στο λέω εξ’ αρχής αν και συ το ξέρεις ήδη, δίχως τις μουσικές η συνταγή, κάθε συνταγή, είναι αποτυχημένη, ακόμη κι αν πρόκειται για μια σκέτη ντομάτα πασπαλισμένη με χοντρό αλάτι και μισή πρέζα θρούμπι. Ζωή στο mute δεν τρώγεται αγόρι μου.

Σου στέλνω τον ήχο της Κυριακής μου, δες τον σαν συνταγή. Κράτα τον, πέτα τον, θάψ’τον, σβήσ’τον. Αν τον βρεις πολύ αλμυρό, λαδερό ή άγευστο για τα γούστα σου είναι γιατί πάντα ξεχνιέμαι ανάμεσα στα μάτια της κουζίνας, ένα ποτήρι φτηνό κόκκινο κρασί και έναν καφέ που ξεψύχησε πριν κατορθώσει να φτάσει στα μισά του. Τι να προλάβεις να πρωτοσώσεις μετά….ούτε καν ψυχή. Η μουσική όμως, κατά πως λέει κι ο φίλος μου, θα είναι εκεί. Στο ντουλάπι, πίσω από τη ζάχαρη. Καφέ και ζάχαρη πάντα θα έχω.

Σε φιλώ

(από το εξώφυλλο μιας κασέτας που ευτυχώς δεν πρόλαβε να σβηστεί)

 

 

5 Comments

Filed under περασμένα

τέσσερα κι ογδόντα

Περιμένοντας μια δόση που δεν ήρθε ποτέ. Γραμμένο για το μπαχάρ

 

…………………………….

 

Το ΄ξερε, να πεις δεν το ‘ξερε; Ενάμιση χρόνο σερνόταν αυτός ο φόβος ανάμεσα στα πόδια του, τυφλό φίδι να ήταν θα ΄βρισκε το δρόμο να δαγκώσει.

Φεύγω για πάνω, σε δυο βδομάδες. Το σκέφτηκα πολύ, δεν πάει άλλο. Είπα να στα πω από κοντά, μη τα μάθεις αφού φύγω.

Όταν ο άλλος σου λέει φεύγω, λίγη σημασία έχει αν σου πει τώρα, σε τρεις βδομάδες, σε δέκα μήνες. Ειδικά όταν δεν είσαι συνδικαιούχος στο βιβλιάριο του χρόνου του. Για το σώμα και το κρεβάτι του, εδώ και καιρό, ούτε λόγος.

Την άκουγε χωρίς να μιλάει. Ανακάτευε τον καφέ που πάγωσε ανέγγιχτος, έκανε τρίμματα τα κουλουράκια και τα σκόρπισε στο πάτωμα, κοίταζε αφηρημένος την απόδειξη, τέσσερα κι ογδόντα, μια φορά σήκωσε το βλέμμα του για να δει τα μάτια της, εκείνη τα είχε κάτω, ούτε σ’ αυτό μπόρεσαν να συντονιστούν, κάποτε έχυναν μαζί, τώρα ούτε ματιές συναντιόντουσαν. Μικρό το κακό, σκέφτηκε, μερικές φορές γίνονται άσχημες πλαγιομετωπικές στις διασταυρώσεις.

Πέντε μήνες απλήρωτη, τα έτοιμα τέλειωσαν, δύσκολα θα κρατήσουν ανοιχτό το γραφείο, δεν είμαι και σε ηλικία να παριστάνω το κοριτσάκι ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά μεροκάματα. Μίλησα με την Kirsten, θα με φιλοξενήσει ένα-δυο μήνες στο σπίτι της μέχρι να τακτοποιηθώ. Χώρισε τον Οκτώβριο, θα είναι πιο εύκολα και για μένα έτσι.

Για σένα. Δεν το είπε, συνέχισε να σπέρνει ψίχουλα στα πλακάκια, μετά το δικό του έβαλε χέρι και στο δικό της. Τρίμματα εσύ τη ζωή μου, τρίμματα εγώ το κουλουράκι σου. Όλα θα προλάβουμε να τα ζήσουμε μαζί, κανείς δεν θα μ’ αγαπήσει όπως εσύ, σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι τόσο πολύ για μένα, οι λέξεις της, τα γράμματα, οι τόνοι, έπεφταν ψίχουλα στο πάτωμα, κατά λάθος έριξε και την απόδειξη, έσκυψε και την σήκωσε. Δεν μίλησε, είχε χίλια δυο να πει, θα άκουγε όμως χίλια τρία, η τελευταία λέξη πάντα δικιά της ήταν, της την είχε χαρίσει από καιρό, από τότε που κουράστηκε να βλέπει τη θυμωμένη πλάτη της κάθε φορά που ένιωθε στριμωγμένη. Ωραία πλάτη, όταν καθόταν πάνω του γυμνή και ιδρωμένη ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου αυτή η πλάτη. Του δικού του κόσμου, ο άλλος ήταν ολωνών, αυτός για τον δικό του μάζευε θαύματα, για τον κόσμο των άλλων δεν είχε χρόνο.

Δεν μ’ ακούς. Δεν μιλάς.

Σ’ ακούω. Δεν μιλάω. Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι ήθελες και τι έπρεπε να θέλω εγώ. Αρχίδια ήξερες. Μόνο μπορώ και μόνη μου ήξερες να λες, μη με πνίγεις όταν ήμουν κοντά, όταν σε χρειάζομαι πάντα λείπεις όταν ήμουν μακριά, ήξερες να μην σηκώνεις το τηλέφωνο όταν ήταν να πω έρχομαι, ήξερες να το σηκώνεις και να λες πάλι λείπεις; όταν ήξερες πως ήμουν στου διαόλου τη μάνα, ήξερες να λες όχι όταν δίψαγα για μισό σου ναι, ήξερες να λες ναι όταν αυτό θα με άφηνε νηστικό, ήξερες ν΄ αδειάζεις τα μάτια σου όταν έμπαινα μέσα τους, ήξερες να γεμίζεις τα δικά μου όταν έμπαινα μέσα σου για να πεινάω περισσότερο μετά. Τελικά εσύ ήξερες. Εγώ αρχίδια ήξερα.

Τι θα κάνεις πάνω; βρήκες κάτι εκεί; σίγουρα βρήκες, δεν θα ‘κανες ποτέ οτιδήποτε χωρίς πρόγραμμα εσύ.

Δεν μίλησε. Τι να του πει… Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι μπορούσες και τι έπρεπε να μπορώ εγώ. Ανάμεσα στα θέλω μου και τα μπορώ σου, μια πτήση one way τώρα, δυο καφέδες και μια απόδειξη. Τέσσερα κι ογδόντα.

Μπορεί να ‘ρθω να σε δω κάποια στιγμή. Αν είσαι μόνη ακόμη.

Περίμενε να ακούσει ένα έλα. Ή ένα θα είμαι. Έστω ένα θα περιμένω. Δεν άκουσε τίποτε, δεν σήκωσε τα μάτια του, η ώρα ήταν εφτάμιση, τον περίμεναν σπίτι, πλήρωσε, φεύγουμε;

Φύγε πρώτος. Το τελειοποιήσαμε τόσο καιρό, μη χαλάσουμε τις συνήθειες. Στο αεροδρόμιο μην έρθεις, δεν τους μπορώ τους αποχαιρετισμούς, όταν φτάσω πάνω θα σου στείλω μήνυμα, «έφτασα, όλα καλά».

Όλα καλά. Μ’ αυτό το απολειφάδι της τρεφόταν τόσο καιρό. Της χάιδεψε ένα δάχτυλο, αυτό που βρήκε πιο κοντά του, το αιφνιδίασε, δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Είχε ωραία δάχτυλα, λεπτά, μακριά, νόστιμα. Είχε. Όλα αόριστος πλέον. Βγήκε στο δρόμο, έκανε κρύο. Σκέφτηκε αυτόν που είχε πει «δεν ξέρω αν θες να το πεις καύλα αυτό που θα σου λείψει, δεν ξέρω αν θες να το βαφτίσεις αγάπη, μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί κανένα, ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο ότι με όσα έπονται ακόμη και η καύλα, ακόμη και η αγάπη θα έχουν αυξημένο ΦΠΑ και μειωμένη ζήτηση…κι αυτήν την πτώχευση φοβάμαι πως θα τη συναντήσουμε πρώτη πρώτη στη διαδρομή -μέσα από ένα σακατεμένο χειμώνα- προς την επόμενη ανάπηρη άνοιξη». Δυο εικοσάχρονα φιλιόντουσαν στην είσοδο του Odeon, κάτω απ΄την αφίσα του Midnight in Paris. Γέλασε. Αυτά δεν θα πτωχεύσουν ποτέ κι ας μην αξιωθούν να δουν το Σηκουάνα από κοντά. Την είδαμε την προκοπή κι αυτών που τον συνάντησαν, κάγχασε.

 

Χτύπησε το κινητό του. Στο δρόμο είμαι, έρχομαι. Τσαλάκωσε και πέταξε την απόδειξη, από σήμερα δυο και σαράντα…

 

 

 

 

 

 

 

15 Comments

Filed under τελεία

post mortem

 

ευχαριστώ το βυτίο και τον Χρήστο Χαντζή για την τιμή

ευτυχές το νέον έτος

 

 

 

 

 

 

3 Comments

Filed under αδιάβαστα

άτιτλο

 

 

Όταν σβήσει η καύλα -μη υπάρχουσας αγάπης- δεν υπάρχει σωτηρία.

 

 

Χωρίς εικονίτσες με παλαμάκια, χαιρέκακα βλέμματα και εξυπναδίστικα τιτλάκια λοιπόν, χωρίς «τι εννοεί ο ποιητής», χωρίς επανάληψη της θανατηφόρα ανιαρής ιστορίας του τσομπάνη και του λύκου, δίχως σαχλαμαρίτσες τύπου it aint over till its over, άνευ ευφυολογημάτων never say never, χωρίς γρίφους. Μια ιστορία που ξεκίνησε σεμνά και εκκωφαντικά ήσυχα το καλοκαίρι του 2006 και στην πορεία μεταλλάχθηκε σε κάτι που δεν σκόπευε να γίνει, καλό είναι να τελειώνει το ίδιο ήσυχα. Χωρίς πολλές κουβέντες και φαιδρούς επικήδειους. Δεν ξέρω αν είναι πολύ ζαχαρωτό ένα «ευχαριστώ για την παρέα και το χρόνο σας, αναγνώστες σιωπηλοί και μη » αλλά ο,τι κι αν είναι δεν φτάνει. Ή -όπως λέει και ο εν αγνοία του και εν αγνοία μου (αρχικά) μέντοράς μου- «και η δική μας στιγμή ήταν με τον τρόπο της μοναδική, όπως κάθε στιγμή που η θωράκιση υποχωρεί, δυο άνθρωποι συγκλίνουν κι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ασυνάρτητος». Για έναν λάτρη και υμνωδό της ασυναρτησίας, σαν κι αυτόν που (υπ)έγραψε όλα αυτά ως ΚΚΜ, όχι κι άσχημα τολμώ να πω…

 

 

52 Comments

Filed under τελεία

no encore

9 Comments

Filed under πτώχευση

Φρανκενστάιν senior

 

 

Να βγει αυτό το γαμημένο το 2011, μου είπε. Λάθος καθρέφτη κοιτάς, του απάντησα, δεν είναι αυτό γαμημένο, εμείς είμαστε οι γαμημένοι. Αυτό είναι ενεργητικό, εμείς παθητικοί, τι σκατά μάθαινες τόσα χρόνια; Άλλοι λιγότερο ξεσκισμένοι, άλλοι πιο πολύ, δεν θα κρατάμε και μεζούρα για την διείσδυση, ο γαμημένος είναι γαμημένος, αδιαπραγμάτευτο αυτό, μη κοιτάς τις μαλακίες που συζητάγαν ο Ennis κι ο Jack, you know I aint queer, me neither, ποιόν να κοροϊδέψουμε, δεν είναι σινεμά εδώ, ούτε σενάριο. Δεν είναι one shot thing. Ξέρεις κάτι ρε συ; ρώτησε. Λόγω παιδιών θα πρέπει να αντέξουμε τον πόνο, ακόμη κι όταν το τέρας μας ανοίγει στα δυο να μη μας δει ούτε αυτό, ούτε τα παιδιά μας να κάνουμε μορφασμούς πόνου, σταγόνα ιδρώτα μη δουν πάνω μας, να προλάβουμε να σκουπίσουμε τα αίματα πριν ξεραθούν. Σαν τον οδοντογλυφίδα στο La vita e bella εννοείς; Αυτό, ναι ρε, αυτό, με καναδυό φτηνά ποτά ενδιάμεσα σαν αναισθητικό. Την ψυχή τους και την ψυχή μας να σώσουμε, για όλα τ’ άλλα τα κομμάτια μας κουτσά-στραβά θα βρίσκουμε ράμματα.

 

 

 

5 Comments

Filed under πτώχευση

φώτα, κάμερα, πάμε;

Είναι όπως στις ταινίες. Με βλέπω από ψηλά να χάνω αίμα, πολύ αίμα, ξαπλωμένος σε ένα κρύο, πολύ κρύο, τσιμέντο. Και κάποιος σκυμένος από πάνω μου, μπορεί να ‘μαι κι εγώ ο ίδιος, μου κρατάει το χέρι επαναλαμβάνοντας με φωνή που δεν ξέρω αν είναι αγωνία, νοιάξιμο, φόβος ή σκέτη εμμονή «κάνε κουράγιο, μη κοιμηθείς, μη κλείνεις τα μάτια, μείνε ξύπνιος, έρχονται».

Είναι όπως στις ταινίες. Μόνο που δεν χάνω αίμα, λέξεις χάνω. Και δε με νοιάζει να τις ξαναβάλω μέσα μου, δε με νοιάζει ποιός, ποιοί και γιατί έρχονται. Θέλω μόνο να ξεκουραστώ, να κλείσω τα μάτια, έστω και πάνω στο κρύο τσιμέντο.

Πάρε και σεντιμένταλ μούζικα τώρα. Έτσι δεν γίνεται στο fade out για να μη βγει τζούφια η σκηνή;

 

 

 

 

14 Comments

Filed under everybody lies, πτώχευση

17:48, μια Δευτέρα

Kοίταζα αφηρημένος ώρα πολλή τον διθέσιο απέναντι. Μέχρι που κατάλαβα γιατί το βλέμμα μου έμεινε καρφωμένο εκεί, στην άλλη γωνιά του αχνά φωτισμένου δωμάτιου.

Αν μια μέρα φύγω, πώς θα μπορέσει να ζήσει μονάχος του; ποιό ντουπ ντουπ θα’ χει μετά να προστατεύει μέσα του; ποιός θα του βάζει μουσική; ποιός θα πέφτει ξέψυχος πάνω του; ποιά βέβηλα πόδια θα αγκαλιάζουν τα μπράτσα του; ποιόν αδέξιο θα ΄χει να τρέμει μη τυχόν και τον γεμίσει λεκέδες; τίνος άλλου όνειρα θα ΄χει να νταντεύει; τίνος άλλου δύσθυμου σώμα θα δεχτεί να φιλοξενεί απογεύματα σαν κι αυτό; ποιόν θα εμπιστεύεται μέσα σε τόσο σκοτάδι;

Είναι τόσο μα τόσο θλιβεροί οι καναπέδες που γερνάνε και πεθαίνουν δίχως τα αφεντικά τους…

 

 

 

21 Comments

Filed under couch philosophy, πτώχευση

χειμώνας (expansion pack)

Να φύγω θέλω. Ένα κωλόσπιτο στο βουνό κι ας το βαφτίσαν ξενώνα, χωμένο μέσα σε δέντρα ψηλά και σκοτεινά. Τα σύννεφα θ’ ακουμπάνε στη σκεπή σαν να ισορροπούν πάνω της, μια τραμπάλα δίχως κομπάρσους, ένα μονοπάτι παραδίπλα, να χωθώ να περπατήσω σε βρεμένα φύλλα, καπνοί κι ομίχλες για παρέα στη διαδρομή, τίποτε άλλο. Παγωμένα χέρια μέσα στα γάντια. Παγωμένα αυτιά. Παγωμένη μύτη. Μόνο το μέσα μου ζεστό γιατί προνόησα να το αλείψω με πισσόχαρτο. Θέλω. Δεν έχουν πλαφόν αυτά, ούτε και χρέωση. Θα βρω ένα μπουκάλι τσίπουρο για να κολυμπήσω μέσα του κι αν έχω ανοιχτές πληγές στο δέρμα να τις κάψω μ΄αυτό, εντός μου δεν έχω έλκη, το πισσόχαρτο κάνει καλή δουλειά. Θα καίει ο οισοφάγος μου όσο θα με καίει πατόκορφα μια ξυλόσομπα, τα τζάκια είναι για τους φλώρους. Όσο θολώνει η ματιά μου τόσο πιο καθαρά θα βλέπω το υπόλοιπο της μέρας, μη σου πω και της ζωής ολόκληρης. Ένα λουκάνικο βγαλμένο απ’ την καρβουνιά, λίγο λάχανο πνιγμένο μέσα στην σαλαμούρα, μια φέτα ψωμί που γεννήθηκε πριν δυο ώρες για να πεθάνει νέα. Το δεξί μου μάγουλο, το πλευρό, το μπούτι, καίνε, σε λίγο θα πάω απ’ την άλλη πλευρά της σόμπας να ψηθώ ομοιόμορφα. Έξω απ’ το παράθυρο, πολύ μακριά από δω, η ζωή συνεχίζεται, εκεί θα ξαναμπώ σε λίγο. Τώρα όμως πάτησα save game. Και χαμογελάω στο πουθενά, στον κανέναν, στο τίποτε, μοιράζοντας αναίτια χαμόγελα στα ντουβάρια που μυρίζουν τσιγαρίλα, καπνό, αλκοόλ, χειμώνες, χνώτα, φευγιό, γνέφοντας «γεια σου και σένα» σε άγνωστους που μπαινοβγαίνουν στο παιχνίδι μου. Αδιαφορώντας για το αν εγώ μπήκα απρόσκλητος στο δικό τους.

Αν ήμουν ανίατα έντεχνος θα άνοιγα την πόρτα, θα έκοβα ένα κομμάτι απ’ τα σύννεφα -ένα άπλωμα χεριού ψηλά- και θα το έτρωγα, να περάσει το κάψιμο απ΄ το οινόπνευμα. Τέτοιες μαλακίες όμως δεν κάνω. Κι απ’ την καρέκλα κώλο δεν σηκώνω τώρα που γλάρωσα όμορφα. Οι παλιοί gamers είχαν δίκιο. Το πόσο γρήγορα πας απ’ το save game στο game over, ούτε που μπορεί να το χωνέψει το πάμφτωχό σου το μυαλό.

65 Comments

Filed under everybody lies, haircut